Επικοινωνία

Μπορείτε να στείλετε το κείμενο σας στο info@vetonews.gr & veto910@otenet.gr. Τηλ. 6947323650

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018 08:09

Οι προτάσεις της Οικολογικής κίνησης Κοζάνης για την επόμενη ημέρα της Λιγνιτικής Λεκάνης

Με αφορμή το πρόσφατο φόρουμ των ευρωπαίων δημάρχων που οργάνωσε στην Κοζάνη το WWF με το Δήμο, αλλά και τη δημόσια διαβούλευση για το Εθνικό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, καταθέτουμε αναλυτικά τις σκέψεις και προτάσεις μας για τη μεταλιγνιτική μετάβαση (συντονισμός, χρηματοδότηση, εμπειρία άλλων κρατών κλπ).

  1. Διαχείριση και Συντονισμός της Μεταλιγνιτικής Μετάβασης

Κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε καταρχάς ορισμένες καλές πρακτικές και εμπειρίες στον τομέα αυτό από το διεθνή χώρο, πριν προχωρήσουμε στα δικά μας.

  • Η εμπειρία της Γερμανίας. Τη διαδικασία αποκατάστασης των ανθρακωρυχείων και μετάβασης σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης στο μεν Ρουρ την επωμίστηκε κυρίως η RAG (RuhrkohleAG), στη δε Λουσατία της Ανατ. Γερμανίας η κρατική LMBV (Lausitz and Middle Germany Mining Administrative Company). Και οι δυο εταιρείες μέχρι τότε είχαν ως αντικείμενο την εξόρυξη – εκμετάλλευση άνθρακα, καθώς και άλλες βιομηχανικές δραστηριότητες. Αυτοί λοιπόν οι «φορείς» που με τον έναν ή άλλον τρόπο εμπλέκονταν στα ορυχεία ανέλαβαν να  σχεδιάσουν,  να μανατζάρουν και να υλοποιήσουν ένα μακρόχρονο και πολυσύνθετο project, το οποίο δεν περιλάμβανε μόνο την αποκατάσταση αλλά και τη ΜΕΤΑΒΑΣΗ στη μεταλιγνιτική εποχή. Άρα κι εμείς εδώ πρέπει να επιδιώξουμε να μπει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ η ΔΕΗ στο φορέα ή γενικά το σχήμα  που θα υλοποιήσει το σχέδιο μετάβασης, και μάλιστα με ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ρόλο, (όχι μόνο τυπικά).

Τα περιβαλλοντικά έργα (διαχείριση νερών και εξυγίανση εδαφών) στη Γερμανία τα ανέλαβαν είτε άλλες εταιρείες (η EVONIK στο Ρουρ- θυγατρική της RAG) είτε η ίδια η LMBV στη Λουσατία. (Στη Λουσατία και γενικά στην Ανατ. Γερμανία δεν γινόταν καμιά αποκατάσταση, οπότε έπρεπε να πέσει πολύ δουλειά και χρήμα για να αποκατασταθεί το κατεστραμμένο ανάγλυφο και το υδάτινο δυναμικό της περιοχής).

Εδώ (στο ΛΚΔΜ και τη Μεγαλόπολη) νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται να έλθει άλλη εταιρεία για τα περιβαλλοντικά, δεδομένου ότι: 1) η ΔΕΗ  έχει αρκετή εμπειρία στην αποκατάσταση των εξαντλημένων ορυχείων και 2) είναι νομική της υποχρέωση η αποκατάσταση.  Φυσικά θα χρειαστεί βοήθεια, καθοδήγηση και χρηματοδότηση εφόσον θα απαιτηθούν ειδικές  μορφές αποκατάστασης, ανάλογα με τις χρήσεις γης που θα καθορίσει το Σχέδιο Μεταλιγνιτικής Μετάβασης. Αυτό το καθήκον, εκτός των άλλων, θα δώσει και νέο αντικείμενο (και μερική διέξοδο) στη συνεχώς συρρικνούμενη ΔΕΗ, η οποία μπορεί να αποκτήσει μια ειδίκευση στις αναπλάσεις, τη διαχείριση βιομηχανικής κληρονομιάς, καθώς και στην εξυγίανση ρυπασμένων υπόγειων νερών και εδαφών κλπ. Πιθανόν μάλιστα η ΔΕΗ να κάνει και εξαγωγή αυτής της τεχνογνωσίας παίρνοντας έργα post-mining σε τρίτες χώρες.

  • Και στις δυο περιοχές, Ρουρ και Λουσατία, η μετάβαση ξεκίνησε ενώ συνεχιζόταν (και μειωνόταν) η εξόρυξη. Και σε μας πρέπει να γίνει κάτι ανάλογο: Να υπάρξουν παράλληλοι δρόμοι: Ηλεκτροπαραγωγή (φθίνουσα) και συγχρόνως Μετάβαση (με εντατικούς ρυθμούς). Να μην πέσουμε στην «παγίδα» όσων κωλυσιεργούν ή αντιστέκονται στη νέα ενεργειακή πραγματικότητα και υποστηρίζουν ότι «πρέπει να ξεκινήσουμε τη μετάβαση, αφού πρώτα κλείσει  και ο  τελευταίος ΑΗΣ» (Ζήσε Μάη…).  Επίσης σημαντικό είναι να οριστεί έτος λήξης εκμετάλλευσης για κάθε ΑΗΣ και κάθε ορυχείο ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ.

Τέλος πάγια απαίτηση και πίεση πρέπει να υπάρχει ώστε η ΔΕΗ να παραδίδει συνεχώς ΤΕΛΙΚΕΣ επιφάνειες ώστε να ξεκινούν σε αυτές –στο μέτρο του δυνατού – οι νέες δραστηριότητες / επενδύσεις /επιχειρήσεις. Καλύτερα λίγες και τελικές επιφάνειες παρά πολλές & ημιτελείς.

 

  • Ποιο σχήμα θα αναλάβει όλη την ιστορία? Εκτός από τη ΔΕΗ και το κράτος, οι τέσσερις δήμοι, η Περιφέρεια και κάποιος έμπειρος ξένος οίκος (ακόμη και η LBMV ή η RAG, μετά φυσικά από διεθνή πρόσκληση ενδιαφέροντος). Είναι λάθος να το αναλάβει κάποια «καθαρόαιμη» κρατική Α.Ε που θα στηθεί κατά το αποτυχημένο ελληνικό μοντέλο λειτουργίας των κρατικών φορέων. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορέσει να κινηθεί στα πρότυπα της γερμανικής κρατικής LBMV που διαχειρίστηκε πάνω από 11 δις. (Άσε που δεν υπάρχουν τα λεφτά στον κρατικό κορβανά για κάτι τέτοιο). Απαιτούνται συνεπώς ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια λειτουργίας, συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων που θα συμπληρώσουν την κοινοτική και κρατική χρηματοδότηση και ανάλογο μάνατζμεντ. Αν ονομάσουμε την νέα εταιρεία π.χ «Μεταλιγνιτική ΑΕ», τότε σε αυτήν πρέπει να συμμετέχουν:
  • Το κράτος
  • Η ΔΕΗ
  • Ιδιώτης επενδυτής ή και διαχειριστής (μάλλον ξένος οίκος). Αν ο διαχειριστής είναι άλλος από τον επενδυτή τότε και θα πρέπει να διαθέτει αποδεδειγμένη εμπειρία και references καλής εκτέλεσης παρόμοιων έργων.
  • Οι οικείοι ΟΤΑ (Περιφέρεια και Δήμοι Κοζ -Πτολ -Αμύντ – Φλώρ)

 

1.4 Όσον αφορά στο κεφάλαιο και την περιουσία της  «Μεταλιγνιτικής ΑΕ»:

  • Η ΔΕΗ μπορεί να συμμετάσχει με κεφάλαια και εδάφη, ενώ το κράτος και η ιδιωτική εταιρεία με κεφάλαια.
  • Οι ΟΤΑ ως αρχικό κεφάλαιο θα βάλουν ένα μέρος του Πόρου, ο οποίος πρέπει να υποστεί -όπως έχουμε προτείνει - άμεση θεσμική αναμόρφωση για το σκοπό αυτό (και όχι μόνο). Πιθανόν ως εγγύηση να χρησιμοποιήσουν ένα μέρος από τα κονδύλια του Εθνικού Ταμείου Δίκαιας Μετάβασης (ανάλογα με την τελική μορφή του).

Τα κοινοτικά κονδύλια ΔΕΝ μπορούν να μπουν σαν αρχικό κεφάλαιο του κράτους ή των δήμων και να ενισχύσουν το μετοχικό μερίδιό τους. Προφανώς τα ευρωπαϊκά αυτά προγράμματα θα χρηματοδοτήσουν ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ PROJECTS που θα τρέξει ο φορέας υλοποίησης, δηλ. η «Μεταλιγνιτική ΑΕ». Επομένως για το τελευταίο  «λεφτά υπάρχουν». Στο τρέχον ΕΣΠΑ η απορρόφηση είναι χαμηλή και λιμνάζουν πόροι που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν μεγάλα ώριμα έργα. Το επιβεβαίωσε τόσο ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, αρμόδιος για τα ενεργειακά,  κ. Σέφκοβιτς όσο και ο εκπρόσωπός του στο πρόσφατο φόρουμ των δημάρχων στην Κοζάνη. Ομοίως και το επόμενο ΕΣΠΑ πρέπει να εστιάσει στη μεταλιγνιτική πραγματικότητα (βλ. κεφ. 3.3).

Ένα κατακλείδι θα χρειαστεί ένα είδος ΣΔΙΤ με ανάλογο management. Ποιος πρέπει να έχει το πάνω χέρι, ο δημόσιος ή ο ιδιωτικός  τομέας ? Δύσκολη η απάντηση. Κλίνουμε προς τον ιδιωτικό τομέα, με δεδομένη τη χρόνια αναξιοπιστία και αντιπαραγωγικότητα του ελληνικού κράτους. Στην περίπτωση όμως που πάρει τον έλεγχο –και το πλειοψηφικό πακέτο-  ο ευρύτερος δημόσιος τομέας (κράτος – δήμοι – μικρή ΔΕΗ), τότε ως πρώτο «αντίβαρο» στις νεοελληνικές προχειρότητες, τη διασπάθιση και τα ρουσφέτια θα πρέπει να είναι η θέσπιση ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων. Επίσης χρειάζεται ένας Manager διεθνών περγαμηνών κι ένα Δ.Σ. στελεχωμένο από ανθρώπους δυναμικούς και αυτόφωτους με ανοιχτό μυαλό, που θα λαμβάνουν μεν υπόψη τις ανάγκες και τις πολιτικές των αυτοδιοικητικών εταίρων, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα είναι ευάλωτοι σε τοπικιστικές πιέσεις και λαϊκισμούς που συνήθως «κουβαλούν» οι αιρετοί και οι κυβερνητικοί.   

 

Οι παραπάνω σκέψεις για τη Διαχείριση και το Συντονισμό της μεταλιγνιτικής μετάβασης είναι σε αρχικό στάδιο. Προφανώς η τελική μορφή του Φορέα διαχείρισης θα είναι αποτέλεσμα μελέτης και συνεκτίμησης όλων των δεδομένων, καθώς και των εμπειριών από ανάλογες περιπτώσεις  στο διεθνή χώρο.

 

  1. Επαναπόδοση εδαφών στους ΟΤΑ

Στη Λουσατία, από ό,τι ξέρουμε, όλα τα απαλλοτριωμένα εδάφη  των λιγνιτωρυχείων που ήταν κρατικά μεταβιβάστηκαν στην LMBV. Η τελευταία, αφού τα αποκατέστησε, πούλησε ένα μέρος τους σε ιδιώτες και ένα άλλο μέρος σε  δήμους  και άλλους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα με χαμηλό τίμημα ή και δωρεάν. Δημιούργησε νέους τουριστικούς κλάδους (βιομηχανικά μουσεία, ναυταθλητισμός, αναρριχήσεις), έτρεξε προγράμματα κατάρτισης και γενικά μέσω αυτών των δραστηριοτήτων δημιούργησε χιλιάδες πράσινες θέσεις εργασίας. Διαχειρίστηκε επίσης το ιδιοκτησιακό των αποκατεστημένων εδαφών.  

Στο Ρουρ την ίδια περίπου δουλειά έφερε σε πέρας η RAG με την EVONIK. Από ό,τι γνωρίζουμε πουθενά δεν υπήρξε παραχώρηση εδαφών (μερική ή ολική ) στους δήμους ή στα ομόσπονδα κρατίδια.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι και στην περιοχή μας τα εδάφη, (όλα ή ένα μεγάλο μέρος τους), θα πρέπει να μεταβιβαστούν (κατά κυριότητα ή χρήση) στη νέα εταιρεία «Μεταλιγνιτική ΑΕ». Η πλήρης δωρεάν επαναπόδοση των εδαφών στους ΟΤΑ μάλλον είναι όνειρο του παρελθόντος. Προτιμότερο να διεκδικηθεί κάτι ρεαλιστικό δηλ. ορισμένες εκτάσεις δωρεάν και οι υπόλοιπες με χαμηλό τίμημα. Και προφανώς να αξιοποιηθούν με κριτήρια τη βιωσιμότητα, την καινοτομία και τη διαφάνεια. Μερικά από τα νέα «οικόπεδα» των δήμων μπορούν να  τα διαχειριστούν οι ίδιοι και να διατεθούν δωρεάν ή φθηνά, κατά χρήση ή και κυριότητα, σε ΚΟΙΝΣΕΠ, ομάδες ανέργων - ακτημόνων ή σε ιδιώτες με κανονικό τίμημα και πάντα με βάση το μακρόχρονο Σχέδιο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε πράσινα έργα και υπηρεσίες, σε καινοτόμες καθετοποιημένες επιχειρήσεις, σε δραστηριότητες σχετικές με ΑΠΕ την ηλεκτροκίνηση και τις νέες τεχνολογίες,  μοντέρνες θεματικές τουρισμού (βιομηχανικός, νέα τοπία κ.α), υποδομές αναψυχής & αθλητισμού κλπ.  Πάντως το ζήτημα της επιστροφής   και του ιδιοκτησίας των απαλλοτριωμένων εδαφών των εξοφλημένων ορυχείων πρέπει να λυθεί ΑΜΕΣΑ. Είναι προτιμότερη μια συμφωνία με τη ΔΕΗ άμεσα, έστω και αν δεν είναι η «τέλεια» για τους ΟΤΑ και το κράτος, ώστε να απελευθερωθούν εδάφη και πόροι για να φιλοξενήσουν μεγάλες επενδύσεις και να δημιουργηθεί ΘΕΤΙΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΚΛΙΜΑ, παρά η χρονοβόρα αναμονή για «πλήρη και δωρεάν επιστροφή των εδαφών», που μπορεί να σωρεύσει πληθώρα χαμένων ευκαιριών στο .. χρονοντούλαπο. Παράδειγμα είναι ο πολλά υποσχόμενος τομέας της ηλεκτροκίνησης. Μια μεγάλη επένδυση στην Κοζάνη είτε με την Tesla (που αποφάσισε να κάνει δουλειές στην Ελλάδα) είτε με μια αυτοκινητοβιομηχανία (η Renault ετοιμάζει το μεγαλύτερο κέντρο αποθήκευσης μπαταριών στην Ευρώπη) θα ήταν η καλύτερη διαφήμιση για την προσέλκυση και άλλων σοβαρών επιχειρήσεων.

Με την ευκαιρία να σημειώσουμε και κάτι άλλο για τις χρήσεις των νέων εδαφών. Πρέπει από τώρα να αποκλειστούν ιδέες που έχουν ακουστεί κατά καιρούς και θέλουν να μεταβάλλουν τα 165.000 στρέμματα των περιοχών εξόρυξης σε «Θεσσαλικό κάμπο» εντατικής γεωργικής εκμετάλλευσης. Σε μια περιοχή που έχει υποστεί ανεπανόρθωτα πλήγματα (εξαντλημένοι υδροφορείς, καταστροφή της συνέχειας και του ανάγλυφου των εδαφών), τέτοιες λύσεις είναι επικίνδυνες αλλά και ανέφικτες. Τα εδάφη πρέπει να προστατευτούν από φαινόμενα διάβρωσης, αλάτωσης και εξοντωτικής εκμετάλλευσης και να αναταχθούν με αγροπεριβαλλοντικά μέτρα. Το νερό είναι λιγοστό και οι σκέψεις για μεταφορά του από άλλες υδρολογικές λεκάνες με φαραωνικά έργα παραβιάζουν κάθε έννοια ορθολογικής διαχείρισης φυσικών πόρων. Οι λίμνες και τα δάση στα αποκαταστημένα εδάφη (κυρίως με έντονο ανάγλυφο) είναι απαραίτητα για την επανάκτηση της υδατικής αυτοδυναμίας του λεκανοπεδίου, γεγονός που θα διασφαλίσει – σε ένα τμήμα του - και μια βιώσιμη μακροχρόνια γεωργική εκμετάλλευση. Φυσική συνέπεια των παραπάνω είναι και η θέσπιση αυστηρών κανόνων και κριτηρίων για τις εκτάσεις που θα διατεθούν για καλλιέργεια (ορθές γεωργικές πρακτικές με χαμηλή κατανάλωση νερού – λιπασμάτων, αναδιάρθρωση καλλιεργειών, ενίσχυση και στροφή στη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία).

Προς ενημέρωση των αναγνωστών σημειώνουμε εδώ ότι στην Π.Ε Κοζάνης έχουν διατεθεί στη ΔΕΗ για εκμετάλλευση 210.000 στρέμματα περίπου, από τα οποία ένα σημαντικό μέρος έχει απαλλοτριωθεί και το υπόλοιπο έχει απλώς δεσμευτεί. Η εξορυκτική δραστηριότητα έχει αναπτυχθεί σε μια έκταση 165.000 στρεμμάτων. [σσ. Σύμφωνα με τη ∆ΕΗ (στοιχεία 2015) οι αποκατεστημένες εκτάσεις ανέρχονται στο 27,3% των συνολικών εκτάσεων και έως το 2050 θα φτάσουν το 81% με βάση το σχετικό σχεδιασμό. Εξ αυτών  το 45% θα είναι δασικές εκτάσεις, το 46% γεωργικές και το 9% λίμνες. Οι χώροι ειδικών χρήσεων θα αποτελέσουν το 0,8% της τελικής διαμόρφωσης, οι εναπομείνασες εγκαταστάσεις το 0,3%, ενώ οι λοιπές υποδομές το 3,4% στο τέλος της δεκαετίας του 2050].

Είναι προφανές α) ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αυξηθεί το ποσοστό γεωργικής γης και β) ότι πρέπει να υπάρξει τροποποίηση των σχεδίων αποκατάστασης - χρήσης των εδαφών και προσαρμογή τους με βάση το επιχειρησιακό Σχέδιο της μεταλιγνιτικής περιόδου και τις νέες οικονομικές δραστηριότητες που θα χωροθετηθούν και οι οποίες θα χρειαστούν υποδομές, γήπεδα, δίκτυα κλπ

 

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να παραμένει στο τραπέζι και να φρεσκάρεται το πάγιο αίτημα για πλήρες και σφικτό χρονοδιάγραμμα αποκατάστασης του συνόλου των εδαφών, με βάση τις νομικές υποχρεώσεις της ΔΕΗ, τις νέες ανάγκες που θα γεννηθούν από το μεταλιγνιτικό Σχέδιο, καθώς και τις διεθνείς τάσεις για τις αναπλάσεις των  ανθρακοφόρων περιοχών.

 

  1. Χρηματοδότηση του Μεταλιγνιτικού Σχεδίου

Ποιος θα επωμιστεί το κόστος μετάβασης σε μια οικονομία χαμηλού άνθρακα και θα χρηματοδοτήσει το Μεταλιγνιτικό Σχέδιο ;  Στη Λουσατία αποκλειστικός χρηματοδότης ήταν το κράτος που τα πλήρωσε όλα (πάνω από 11 δις). Η εξήγηση μπορεί να αναζητηθεί στις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την επανένωση των Γερμανιών και την κατάσταση χρεωκοπίας ή διάλυσης των ανατολικών κρατικών επιχειρήσεων. (Η ανατολικογερμανική κρατική «ΔΕΗ», αν και είχε εκμεταλλευτεί επί δεκαετίες τα τεράστια – και κλειστά πλέον στην πλειονότητά τους  - ορυχεία της Λουσατίας, δεν είχε δώσει φράγκο για αποκαταστάσεις).

Εμείς θα πρέπει να επιμείνουμε να καλυφθεί ένα μέρος του Σχεδίου, το μεγαλύτερο, από ευρωπαϊκούς πόρους, και τα υπόλοιπα από το κράτος, τη ΔΕΗ και σε ορισμένες περιπτώσεις από τους ΟΤΑ.  Θα ήταν μέγιστο λάθος –και ουτοπία- να ζητήσουμε αποκλειστικά κρατική χρηματοδότηση (από το φορολογούμενο) και να δώσουμε άφεση αμαρτιών στη ΔΕΗ.  Η ΔΕΗ είναι ημι-ιδιωτική και συνεπώς και οι ιδιώτες μέτοχοί της πρέπει να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους στην περιοχή και να καταβάλουν τα «χρέη τους» από την πολύχρονη δωρεάν εκμετάλλευση του λιγνίτη. Και αν το δούμε από άλλη οπτική γωνία, δεν πρόκειται για «τιμωρία» της ΔΕΗ, αλλά για μια μερική διέξοδο της ίδιας της ΔΕΗ, με τη διατήρηση ενός αριθμού θέσεων εργασίας σε ένα νέο αντικείμενο, τη μεταλιγνιτική μετάβαση.

Ομοίως αυτονόητη είναι η υποχρέωση του κράτους να στηρίξει γενναία τη μετάβαση, κατά ένα σημαντικό μέρος. Το ενεργειακό λεκανοπέδιο πρέπει να αντιμετωπιστεί από την Πολιτεία ως ΠΛΗΓΕΙΣΑ ΠΕΡΙΟΧΗ, η οποία στο βωμό της ηλεκτροδότησης της χώρας απώλεσε ή τραυμάτισε σοβαρά όλους σχεδόν τους φυσικούς της πόρους.

Ο οικολογικός χώρος έχει καταθέσει κατά καιρούς διάφορες προτάσεις για τη χρηματοδότηση της μεταλιγνιτικής περιόδου, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν με ορισμένες προσθαφαιρέσεις. (π.χ το «τέλος μείωσης λιγνιτικής ισχύος» δεν είναι ώριμο και αφαιρείται). Παραμένουν όμως ρεαλιστικές οι εξής πηγές χρηματοδότησης:

  1. Προφανώς το Εθνικό Ταμείο Δικαίας Μετάβασης (ΕΤΔΜ) που έχει θεσπιστεί για το σκοπό αυτό. Μετά την ατυχή κατάληξη του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού Ταμείου JTF (Just Transition Fund) στις Βρυξέλλες και την «ενσωμάτωσή του» στο Ταμείο Εκσυγχρονισμού (Modernization Fund), το ΕΤΔΜ προβάλει ως ο μόνος -εθνικός - πόρος αυτή τη στιγμή. (Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει εγκαταλειφθεί η διεκδίκηση του ευρωπαϊκού JTF μέσα από άλλους δρόμους). Κατά τη γνώμη μας λοιπόν η παλιά πρότασή μας για τη διάθεση εσόδων από τα δικαιώματα εκπομπών CO2 που παίρνει σήμερα σάρκα και οστά μέσω του ΕΤΔΜ είναι το πιο ώριμο ρεαλιστικό και εργαλείο χρηματοδότησης της μεταλιγνιτικής μετάβασης. (Ουσιαστικά πρόκειται για «επιστροφή» ενός μέρους του «εξωτερικού κόστους», το οποίο διεκδικούμε εδώ και 20 χρόνια ως οικολογικός χώρος).

Το ποσόν όμως των 20 εκ. /έτος από το ΕΤΔΜ δεν καλύπτει τις τεράστιες ανάγκες για το μεταλιγνιτκό άλμα, αλλά είναι μια πρώτη «μαγιά». Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει εκδοθεί ακόμη η σχετική ΚΥΑ για τα έσοδα CO2 του 2018, ώστε να γίνει πράξη η υπόσχεση του Υπουργού κ. Φάμελου για ποσοστό 6 % στο σύνολο των εσόδων από το CO2. Αν αυτό το 6% κατοχυρωθεί, τότε αυτόματα η ετήσια χρηματοδότηση από το ΕΤΔΜ εκτοξεύεται στα 30-35 εκ. €, δηλ. έχουμε μια αύξηση περίπου 60 % λόγω αντίστοιχης αύξησης των τιμών του CO2, όπως επίσης είχε προβλέψει ο οικολογικός χώρος (το WWF).

Σύμπασα λοιπόν η περιοχή πρέπει να πιέσει ΤΩΡΑ για να εκδοθεί η ΚΥΑ και να διασφαλιστεί το 6%, διότι άλλοι μνηστήρες καραδοκούν να οικειοποιηθούν την αύξηση της τιμής του CO2. Είναι κρίμα από ένα κονδύλι της τάξης των 550-600 εκ.€ / έτος που αντιστοιχεί στο σύνολο του CO2 να δοθούν μόνο τα ψίχουλα των 20 εκ.€ στις λιγνιτικές περιοχές Δυτ. Μακεδονίας και Μεγαλόπολης.

  1. Δεύτερη πηγή χρηματοδότησης πρέπει να είναι ο Πόρος (ΕΑΠ). Το θεσμικό πλαίσιο του Τοπικού Πόρου πρέπει να αναμορφωθεί πλήρως και τα 2/3 να δεσμευτούν και να διοχετευτούν στη μεταλιγντική περίοδο. Η τρέχουσα λογική του κατακερματισμού του Πόρου σε μικρά έργα και δράσεις είναι ολέθρια. Δημιουργεί ελάχιστες και προσωρινές θέσεις εργασίας (οδοποιία, επισκευές), δεν παράγει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και συντηρεί ένα παλιομοδίτικο παραγωγικό μοντέλο. Επιμένουμε ότι η άμεση και οργανική σύνδεση του Πόρου με τη μεταλιγνιτική περίοδο είναι ένα πολύ κρίσιμο σημείο. Το ΕΤΔΜ και ο Πόρος οφείλουν να αντιμετωπιστούν με ενιαίο και συντονισμένο τρόπο, ως συμπληρωματικά εργαλεία του ίδιου στόχου που λέγεται πράσινη μεταλγινιτική μετάβαση. Θα χρειαστεί ακόμη και κοινό μάνατζμεντ (παρά τα εμπόδια του θεσμικού πλαισίου), ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα επικαλύψεων και διασπάθισης. Δεν περισσεύει πλέον ούτε ένα ευρώ για παραγοντισμούς και «έκτακτες ανάγκες». ΛΕΦΤΑ για ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΓΑ κι όχι για λακκούβες.

 

  1. Οι παλιές και νέες ευρωπαϊκές πηγές χρηματοδότησης και ειδικά το νέο ΕΣΠΑ, το οποίο οφείλει να προσαρμοστεί στην καινούρια πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι φθίνουσες ανθρακοπαραγωγές περιφέρειες Πρέπει να υπάρχει ξεχωριστός άξονας για το σχέδιο μετάβασης και να απορροφά μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης. 

Επειδή η ανάταξη ανθρακοφόρων και γενικά αποβιομηχανοποιημένων περιοχών εμπίπτει στις προτεραιότητες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Συνοχής υπάρχουν πολλές ευκαιρίες ν’ αντληθούν πόροι για το Μεταλιγνιτικό Σχέδιο. Οι δυνατότητες αυτές χρηματοδότησης από ευρωπαϊκούς πόρους αναφέρονται στις σχετικές μελέτες του WWF Ελλάς, που πρωτοπορεί στα θέματα αυτά σε όλη την Ευρώπη.

Επίσης οι Ευρωπαίοι Πράσινοι (Ska Keller) προτείνουν καλύτερη αξιοποίηση των κονδυλίων European Structural and Investment Funds (ESI Funds) σε πρόσφατο report του 2017 με τίτλο “Phasing-out Coal, Reinventing European Regions”. Προφανώς εδώ δεν χωρούν άλλα λάθη, όπως η πρόσφατη χρηματοδότηση έρευνας σχετικής με τη δέσμευση και υπόγεια αποθήκευση του CO2, ύψους 10 εκ €. Δεν μπορεί να διοχετεύονται τέτοια ποσά σε αμφιλεγόμενες έρευνες, τη στιγμή που ώριμα προγράμματα όπως το «Εξοικονομώ» δεν είχαν κονδύλια να καλύψουν τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν.

 

  1. Το τέλος δικαιωμάτων εκμετάλλευσης λιγνίτη (royalties). Πρέπει να ξαναδούμε με ποιον τρόπο μπορεί να διεκδικηθεί αυτή η δυνητική πηγή χρηματοδότησης. Το 2012 είχε θεσμοθετηθεί «ως ειδικός φόρος κατανάλωσης», αλλά ήταν πολύ υποτιμημένος (0,3 € / GJ) με αποτέλεσμα τα έσοδα από την είσπραξή του να είναι πενιχρά. Μετά από μερικούς μήνες, λόγω ισχυρών αντιδράσεων της ΔΕΗ και όλων των κομμάτων ο φόρος αυτός καταργήθηκε. Σήμερα η διεκδίκησή του είναι πολύ δυσκολότερη. Όχι μόνο διότι στη ΔΕΗ «το ταμείον είναι μείον», όχι μόνο διότι οι υποψήφιοι αγοραστές των φιλέτων της ΔΕΗ θέλουν το κάρβουνο σχεδόν τζάμπα («λιγνίτης duty free»), αλλά και γιατί ο πρόσφατος νόμος 4533/2018 για την πώληση της ΔΕΗ ενταφιάζει τα «δικαιώματα εκμετάλλευσης». Πράγματι στο άρθρο 7 υιοθετείται μια νέα ορολογία που ουσιαστικά υπονοεί ότι ο Πόρος περιλαμβάνει και τα «δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης λιγνίτη», κλείνοντας έτσι κάθε παράθυρο για τη διεκδίκησή τους. Αυτό πέρασε στο ντούκου χωρίς κανείς να αντιδράσει -εξ αμελείας ή εκ προθέσεως– στις παγίδες της νέας διατύπωσης.
  2. Τα κρατικά κονδύλια του περιβαλλοντικού τιμολογίου (περίπου 18-20 εκ €/ έτος). Επιμένουμε ότι η έκπτωση στους λογαριασμούς του ρεύματος είναι λάθος κίνηση. Το μέτρο πρέπει να ανακληθεί και τα 20 εκ €/ έτος είτε να ενταχτούν στη μεταλιγνιτική μετάβαση είτε να διατεθούν ΑΜΕΣΑ στο πρόγραμμα «Εξοικονομώ» όπου εκκρεμούν πολλές, μη χρηματοδοτούμενες αιτήσεις, δημιουργώντας ΑΜΕΣΑ νέες θέσεις εργασίας.
  3. Τέλος «σταθερές αξίες» παραμένουν η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και η Παγκόσμια Τράπεζα, που είναι διατεθειμένες να χρηματοδοτήσουν μεγάλα έργα, με τον όρο της πλήρους τεκμηρίωσης.

 

 

 

  1. Οι Ενεργειακοί δήμοι η Περιφέρεια και το ΕΤΔΜ

Προφανώς  όλοι οι ΟΤΑ, Δήμοι και Περιφέρεια, επωμίζονται σημαντικό ρόλο και νέες ευθύνες.  Γι’ αυτό πρέπει να προσαρμόσουν τις δομές τους στις νέες ανάγκες. Και κυρίως να αλλάξουν προσανατολισμό και νοοτροπία, όπως προσπαθεί η Κοζάνη. Δεν μπορεί η μετάβαση να είναι ψευδεπίγραφη και «γκρίζα» δηλ. εμμονή στο λεγόμενο «καθαρό» λιγνίτη, πασπαλισμένον με .. ολίγον ΑΠΕ. Με αποτυχημένες συνταγές του παρελθόντος δεν μπορεί να πάμε στο μέλλον.

Είναι φυσικό να υπάρχουν διαφωνίες για το μίγμα και το είδος επενδύσεων που πρέπει να χρηματοδοτηθούν. Όμως σήμερα υπάρχει μια βάση και με αυτή μπορούμε να ξεκινήσουμε: είναι οι 6 άξονες που καθορίζονται στο κείμενο διαβούλευσης του Υπουργείου για το ΕΤΔΜ. Οι άξονες είναι συνοπτικά οι εξής:

  1. Ανάπτυξη καθαρών μορφών ενέργειας
  2. Εξοικονόμησή ενέργειας
  3. Ενεργειακές & αρωματικές καλλιέργειες, τηλεθέρμανση με βιομάζα, κυκλική οικονομία κλπ
  4. Βιομηχανική κληρονομιά
  5. Κίνητρα στήριξης – κατάρτισης των εργαζομένων σε πράσινους τομείς (αγροδιατροφικό, ενεργειακό, οικο-τουριστικό κλπ)
  6. Προγράμματα επιχειρηματικότητας & καινοτομίας στα παραπάνω πεδία

Είναι σαφές ότι οι άξονες αυτοί έχουν έναν κοινό παρονομαστή: Δομική διαφοροποίηση της οικονομίας σε πράσινη κατεύθυνση (και συνεπώς «ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΚΑΡΒΟΥΝΟ»).

 

Σχετικά με το  θεσμικό πλαίσιο του Ταμείου (ΕΤΔΜ) έχουν πέσει στο τραπέζι διάφορες απόψεις. Η Οικολογική Κίνηση υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό την προσέγγιση του WWF, γι’ αυτό δεν θα κουράσουμε επαναλαμβάνοντας τα ίδια πράγματα. Θα τονίσουμε μόνο τρία σημεία:

1) Τα 20 εκ. / έτος υπέρ του ΕΤΔΜ είναι λίγα. Η Κυβέρνηση από τον ίδιο πόρο δίνει οχταπλάσια ποσά στους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και στις ενεργοβόρες βιομηχανίες ! Οι λιγνιτικές περιοχές που είναι με την πλάτη στον τοίχο παίρνουν μόνο το 6 %. Υπάρχουν περιθώρια – και πρέπει να πιέσουμε – ώστε το νούμερο αυτό να ανεβεί στο 12 %. 

2) Οι έξι άξονες προτεραιότητας του ΕΤΔΜ δεν πρέπει να αλλάζουν κάθε τόσο (και άρα να είναι ευάλωτες στις «ορέξεις» των τοπικών αρχόντων). Χρειαζόμαστε σταθερό και βιώσιμο αναπτυξιακό προσανατολισμό. Το ΕΤΔΜ έγινε για τις επόμενες γενιές κι όχι για τις επόμενες εκλογές.  Έχουμε πικρή εμπειρία από τον εκτροχιασμό του  Τοπικού Πόρου.  Να μη δούμε ξανά το ίδιο έργο με το ΕΤΔΜ.

3) Σχετικό με το προηγούμενο είναι και το μάνατζμεντ. Πιστεύουμε στην ενιαία διαχείριση όλων των κονδυλίων που αφορούν στη μεταλιγνιτική μετάβαση, με συμμετοχή Αυτοδιοίκησης, κράτους, ΔΕΗ και ιδιωτών (βλ. κεφ. 1 του παρόντος περί «Μεταλιγνιτικής ΑΕ»). Για αυτό κλίνουμε προς την πρόταση του WWF σχετικά με τη διαχείριση του ΕΤΔΜ, η οποία «πατά» κυρίως στις τοπικές δυνάμεις και στο αρμόδιο υπουργείο. Και προφανώς δεν συμφωνούμε να ανατεθεί το μάνατζμεντ του ΕΤΔΜ στο Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης, διότι αυτό α) οδηγεί στη μονομερή εξάρτηση του ΕΤΔΜ από τον Περιφερειάρχη και β) είναι αντίθετο στο νόμο  4369 /2016, άρθρο 50 περί κατανομής των εσόδων CO2, ο οποίος ορίζει ότι ο φορέας διαχείρισής τους ΕΠΟΠΤΕΥΕΤΑΙ από το  Υ.Π.ΕΝ.)

 

Ένα άλλο καθήκον των Ενεργειακών Δήμων είναι να χτίσουν συνεργασίες με ευρωπαϊκούς ΟΤΑ, Οργανισμούς και Δίκτυα που θα διευκολύνουν την υλοποίηση του σχεδιασμού. Ήδη ο Δήμος Κοζάνης πρωτοστατεί σε δικτυώσεις και ανάλογες ενέργειες, αλλά οφείλει να μπει και σε άλλα δίκτυα, όπως το Σύμφωνο Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή κ.α. Τα δίκτυα συμβάλλουν στη μεταφορά γνώσης και τεχνογνωσίας, ενισχύουν την καινοτομία, δίνουν καλύτερες δυνατότητες πρόσβασης σε ευρωπαϊκούς πόρους, επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακας κλπ. Το γνωστό «Coal Regions in Transition Platform» κινείται σε μια τέτοια κατεύθυνση, επιχειρώντας να στηρίξει, κυρίως σε επίπεδο τεχνικής βοήθειας, τη μετάβαση 41 ανθρακο-παραγωγών  περιοχών της Ευρώπης σε οικονομίες χαμηλού άνθρακα.

Επιπλέον οι συμμαχίες αυτές των ευρωπαϊκών δήμων και περιφερειών μπορούν να πιέσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία σπεύδει βραδέως στο πρόβλημα των ανθρακο-παραγωγών  περιοχών. Ολιγωρεί, αργεί ή απλά παραπέμπει στα εθνικά EΣΠΑ  και στο coal platform. Θέλουμε ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΕΥΡΩΠΗ για τη μεταλιγνιτική περίοδο.

 

  1. Συνεργασία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Στη διαδικασία απεξάρτησης από τον άνθρακα στη Γερμανία σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα συνδικάτα. Αυτό είναι κοινή διαπίστωση και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Κάθισαν στο ίδιο τραπέζι με όλους τους εμπλεκομένους και συνέβαλαν ώστε η μετάβαση να είναι «κοινωνικά αποδεκτή». Επέδειξαν σοβαρότητα και υπευθυνότητα και συμφώνησαν στη λήξη της εκμετάλλευσης λιθάνθρακα, κυρίως διότι ήταν ασύμφορη και επιδοτούνταν από τον κρατικό κορβανά, ο οποίος κάλυπτε μια σειρά παράπλευρα κόστη, όπως οι αντλήσεις νερών από τα ορυχεία εφ’ όρου ζωής ! (150.000.000 € / έτος).  Έγραψαν λοιπόν ΤΕΛΟΣ στην εξόρυξη  ΛΙΘΑΝΘΡΑΚΑ το 2018, παρότι υπήρχαν  ακόμη βεβαιωμένα αποθέματα για 200 ? περίπου έτη. Μια τέτοια απόφαση δύσκολα θα «περνούσε» από τα συνδικάτα, αν δεν έπεφτε άφθονο γερμανικό χρήμα για πρόωρες συντάξεις κλπ. Η RAG και γενικά η Πολιτεία φρόντισαν να βρουν δουλειά οι νέοι εργαζόμενοι των ορυχείων σε άλλους τομείς και ανέλαβαν ένα μέρος του κόστους της πρόωρης συνταξιοδότησης των παλιών. (Το υπόλοιπο κόστος επωμίστηκαν τα ασφαλιστικά ταμεία). Έτσι υλοποιήθηκε πλήρως ο στόχος «ούτε ένας από τους 80.000 εργαζόμενους των ορυχείων λιθάνθρακα να μην μείνει χωρίς δουλειά ή χωρίς πρόωρη σύνταξη».)  Για το γερμανικό κράτος ήταν μια καλή λύση, αφού το κόστος αποζημιώσεων, συντάξεων κλπ ήταν μικρότερο από το κόστος επιδότησης των ορυχείων λιθάνθρακα.

Στη δική μας περίπτωση τα πράγματα είναι πολύ δυσκολότερα. Το κράτος δεν μπορεί να επωμιστεί το κόστος αποκατάστασης των εργαζομένων. Όμως το ευτύχημα είναι ότι οι υπάλληλοι της ΔΕΗ σε μεγάλο ποσοστό είναι μεγάλης ηλικίας και πλησιάζουν στη σύνταξη. Οι νεότεροι (που θα χρειαστεί να μετακινηθούν σε άλλες θέσεις εργασίας εκτός ΔΕΗ) είναι μειοψηφία και δεν αποτελούν πολύ σοβαρό πρόβλημα. Το μεγάλο πρόβλημα εδώ είναι οι άνεργοι, οι μαύρες τρύπες στην απασχόληση που θα αφήσει πίσω της η ΔΕΗ φεύγοντας. Τι θα κάνει ο νέος κόσμος της περιοχής όταν η ανεργία είναι ήδη 25-30% . [Στη Γερμανία ήταν 5%, γι’ αυτό και απορροφήθηκαν όλοι οι νέοι εργαζόμενοι που αποχώρησαν από τη γερμανική ΔΕΗ (RAG)].

Εκ των ων ουκ άνευ λοιπόν η ανάγκη να προχωρήσει τάχιστα η μεταλιγνιτική μετάβαση και να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας. Η σχετική διαβούλευση - που παρά τα θετικά της καθυστερεί και βραχυκυκλώνεται - πρέπει να έχει ημερομηνία λήξης (π.χ μέχρι τον Ιούνιο του 2019). Χρειαζόμαστε αποφάσεις και σταθερά βήματα κι όχι ατέρμονες συζητήσεις. Αυτό πρέπει να είναι το πνεύμα του κοινού τραπεζιού στο οποίο πρέπει να καθίσουν το συντομότερο δυνατόν  η ΔΕΗ, η Κυβέρνηση, η Αυτοδιοίκηση και η ΓΕΝΟΠ.  Και να μη σηκωθούν αν δεν δρομολογήσουν ΛΥΣΗ.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ. Οι ανθρακοπαραγωγές περιοχές είναι με την πλάτη στον τοίχο. Μπορούμε όμως, έστω και την ύστατη ώρα, να δούμε την κατάρρευση του λιγνιτικού μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής ως ΕΥΚΑΙΡΙΑ για να χτίσουμε ένα πράσινο μέλλον. Από μας εξαρτάται. 

Οικολογική Κίνηση Κοζάνης                                     Οκτώβριος 2018

Πηγές  

«Ταυτότητα» ορισμένων γερμανικών φορέων, σχετικών με το post-mining

  • RAG AG, formerly Ruhrkohle AG, is the largest Germancoal mining corporation. The company headquarters are in Herne in the Ruhr area. The company was founded on 27 November 1968, consolidating several coalmining corporations into the Ruhrkohle AG. On 12 September 2007, as a result of restructuring, the business areas of chemicals, energy and real estate were transferred to the new business entity Evonik Industries AG.

Evonik Industries are headed by the RAG-Stiftung (English: RAG-Foundation), which uses corporate profits to finance the costs that arise due to the former mining activities in the Ruhr region.

  • The Lausitz and Middle Germany Mining Administrative Company. The treatment of the contaminated lignite mining sites was assigned to LMBV as an independent federal corporation, after the German reunification, and as the responsible entity for lignite rehabilitation in 1994. The duty of LBMV, which was set up by the government in 1994, was to rehabilitate all the former state-owned mining areas from the GDR period.
  • Evonik Industriesis an industrial corporation headquartered in EssenNorth Rhine-Westphalia, Germany, the largest specialty chemicals company in the world, owned by RAG Foundation. It was created on 12 September 2007 as a result of restructuring of the mining and technology group RAG.
  • The German Coal Association represents and promotes the general interests of the German coalmining industry and related sectors, particularly in the economic and social policy fields, and acts as employer's association as well as negotiating party for industrial agreements on behalf of its members. 
Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018 08:13